Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑ ΓΕΔΕΩΝ
Ο άγιος οσιομάρτυρας Γεδεών κατάγεται από το χωριό Κάπουρνα της επαρχίας Μακρινίτσας (Ν. Μαγνησίας). Οι φτωχοί γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί. Ο πατέρας του ονομάζονταν Αυγερινός και μητέρα του Κυράντζα και ανέθρεψαν τον μικρό Νικόλαο - γιατί αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του αγίου μας – με πίστη και ευσέβεια. Σε ηλικία δώδεκα ετών, δόθηκε από τους γονείς του, σε κάποιον συγγενή τους παντοπώλη στο Βελεστίνο. Εκεί δια της βίας κάποιος τούρκος τον πήρε στο σπίτι του και σε λίγο καιρό με κολακείες και εκβιασμούς κατάφερε και εξισλάμισε τον μικρό Νικόλαο και τον ονόμασε Ιμπραήμ. Μετά όμως από διάστημα δύο μηνών ο άγιος ανένηψε και ήλθε στο εαυτό του και μιμούμενος τον μακάριο απόστολο Πέτρο, μετανόησε ειλικρινά και με βαθιά συντριβή, έφυγε κρυφά από τον τούρκο μέσω των χωριών Κανάλια και Κεραμίδι αναχώρησε με καράβι για την Κρήτη εργαζόμενος ως οικοδόμος.
Εκεί, από θεία οικονομία, σε ένα εξωκλήσι βρήκε κάποιον ευλαβή ιερέα, στον οποίο εξομολογήθηκε. Αυτός ο θεοφιλής ιερέας τον παρέλαβε και τον υιοθέτησε. Συνέβη μετά όμως από τρία χρόνια ο ιερεύς του Υψίστου να κοιμηθεί, και επειδή έγινε μεγάλη πείνα στο νησί, η πρεσβυτέρα μη μπορώντας να τον αναθρέψει, επειδή είχε άλλα δύο κορίτσια του έδωσε την ευχή της να πάει όπου ο Θεός τον φώτιζε.
Περιπλανώμενος εδώ και εκεί ο άγιος συνάντησε κάποιον νέο οποίος του μίλησε για το Άγιο Όρος. Αφού συμφώνησαν οι δύο τους αναχώρησαν από την Κρήτη και σε λίγες ημέρες έφτασαν στον Άθωνα. Εκεί χωρίστηκαν οι δυο τους και ο άγιος μετα από έρευνα κατέληξε στην Ιερά Μονή Καρακάλλου. Μετά από ένα μήνα περίπου τον έκαναν μοναχό μετονομάζοντάς τον σε Γεδεών. Βλέποντες οι πατέρες του μοναστηριού την ευλάβειά του τον έκαναν εκκλησιάρχη, δηλαδή, υπεύθυνο για την ευπρέπεια του Ναού. Το έτος 1797 τον διόρισαν για έξι χρόνια στο μετόχι της μονής στο Ρέθυμνο της Κρήτης και μετά επέστρεψε πάλι στην Μονή. Έχοντας ασκηθεί για τριανταπέντε χρόνια στο Άγιο Όρος ζήτησε ευλογία από τους πατέρες να επιστρέψει στο Βελεστίνο, όπου είχε αρνηθεί τον Χριστό για να μαρτυρήσει.
Οι πατέρες του ευχήθηκαν και ο άγιος έφυγε και έφτασε στο Βελεστίνο. Εκεί παρουσιάστηκε στον τούρκο που τον εξισλάμισε και με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό. Αυτός αμέσως πήγε στον κριτή. Εκεί έφεραν τον άγιο, που φορούσε στο κεφάλι στεφάνι από λουλούδια και κρατούσε δύο κόκκινά αυγά. Ήταν ημέρες του Πάσχα. Μόλις μπήκε μέσα ο άγιος λέει στον κριτή «Χριστός Ανέστη, και εις έτη πολλά» Ο κριτής όμως μετά από συζήτηση και διάφορα περιστατικά νομίζοντας ότι ο άγιος είναι τρελός αφού έδωσε εντολή και τον έδειραν τον έδιωξε.
Ο άγιος ζούσε στα γύρω χωριά, πότε στη Χλόη στο σπίτι μιας παντρεμένης αδελφής του, πότε στα Κανάλια σε κάποιους γνωστούς του, και πότε σε κάποιο σπήλαιο που γνώριζε.
Παρουσιαζόμενος πολλές φορές στους αγαρηνούς και επειδή δεν πέτυχε το ποθούμενο επέστρεψε για λίγο καιρό στο μοναστήρι του. Εκεί μια ημέρα ενώ ήταν στον Ναό άκουσε την φωνή του Κυρίου να του λέει τα ευαγγελικά λόγια ότι: «όποιος με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ και εγώ μπροστά στον Πατέρα μου στον ουρανό» Αμέσως ο άγιος πήρε πάλι την ευλογία των πατέρων και έφυγε για να μαρτυρήσει. Έφτασε στο λιμάνι της Ζαγοράς, από εκεί πήγε στο Βελεστίνο και εν συνεχεία στην Αγριά. Εκεί οι τούρκοι έστειλάν επιστολές στον αγά του Τυρνάβου για τον άγιο και αυτός σε απάντηση έστειλε και τον συνέλαβαν. Εκεί οι αγαρηνοί τον ανακρίνουν. Ο μάρτυρας παραμένει σταθερός. Και αυτοί τον τιμωρούν. Στην αρχή τον διαπομπεύουν παραδειγματικά πάνω σε ένα γαϊδούρι γυμνό, με μια προβιά προβάτου στο κεφάλι και στο τέλος ο άγιος μαρτύρησε με φριχτό τρόπο κόβοντας του τα χέρια και τα πόδια και ρίχνοντας το τίμιο λείψανό του σε αποχωρητήριο μέχρι να ξεψυχήσει. Ό άγιος τα υπέφερε όλα χωρίς να δείξει κάποιο σημείο πόνου. Έτσι βασανιζόμενος ο άγιος παρέδωσε την αγία ψυχή του στις 30 Δεκεμβρίου 1818.
Οι χριστιανοί δωροδόκησαν τον αγά, πήραν το λείψανό του και το ενταφίασαν στη Εκκλησία των αγίων Αποστόλων, με πολλή ευλάβεια και τιμή όπως αρμόζει σε άγιο μάρτυρα παρουσία του Μητρο-πολίτη Λαρίσης και πλήθους κληρικών. Τα λείψανα του αγίου έμειναν θαμμένα μέχρι το έτος 1837 οπότε και έγινε η εκταφή τους με θαυματουργικό τρόπο και μετά από παρότρυνση του ίδιου του άγίου σε κάποιον χριστιανό του Τυρνάβου ονομαζόμενο Μιτάκο που έμενε εκεί κοντά. Αυτός έκανε την ανακομιδή μαζί με τους τρεις γιους του και φύλαγε τα ιερά λείψανα στο σπίτι του ανάβοντας καθημερινά καντήλι.
Αυτός ήταν ο βίος και το ένδοξο μαρτύριο του συντοπίτη αγίου μας, οσιομάρτυρα Γεδεών. Το μήνυμα που έρχεται να μας δώσει είναι να είμαστε ομολογητές του Χριστού παντού και πάντα μέχρι θανάτου και με τις άγιες πρεσβείες του να λυτρωθούμε από πάθη ψυχικά και σωματικά και από τις φοβερές αιρέσεις και ιδιαίτερα την βδελυρή αίρεση του οικουμενισμού.